ευλάιγξ

εὐλάϊγξ, -ιγγος, ὁ, ἡ (Α)
ποιητ. τ. αντί εύλιθος
από ωραίο λίθο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + λάιγξ «μικρός λίθος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐλάιγγα — εὐλά̱ιγγα , εὐλᾶιγξ masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλάιγγες — εὐλά̱ιγγες , εὐλᾶιγξ masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλάιγγι — εὐλά̱ιγγι , εὐλᾶιγξ masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλάιγγος — εὐλά̱ιγγος , εὐλᾶιγξ masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.